Στομάχια… δεύτερης κατηγορίας

Αλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας, άλλη η τσέπη του Γερμανού και άλλη του Σλοβάκου. Στομάχια… δεύτερης κατηγορίας φαίνεται ότι θεωρούν οι πολυεθνικές εταιρείες τροφίμων και ποτών τους πολίτες των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αφού τους πουλούν ίδιας μάρκας προϊόντα με αυτά της Δύσης, αλλά χαμηλότερης ποιότητας.

Η αρμόδια αρχή προστασίας του καταναλωτή και ασφάλειας τροφίμων της Ουγγαρίας έβαλε πρόσφατα στο μικροσκόπιό της 24 επώνυμα προϊόντα που πωλούνται τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην Αυστρία από διεθνικές αλυσίδες του λιανικού εμπορίου, όπως οι Lidl και Aldi.

Διαπίστωσε ότι η πλειονότητα αυτών των προϊόντων παρότι ήταν της ίδιας μάρκας είχαν καλύτερη ποιότητα στην Αυστρία απ’ ό,τι στην Ουγγαρία.

Η ουγγρική Nutella (κρέμα φουντουκιού με κακάο), για παράδειγμα, δεν ήταν τόσο γλυκιά όσο η αυστριακή, ενώ η ουγγρική εκδοχή των μπισκότων Manner wafers ήταν λιγότερο τραγανή από την αυστριακή.

Οι διαφορές αυτές δεν παρατηρήθηκαν μόνο στην Ουγγαρία. Στη γειτονική Σλοβακία ο τοπικός Σύνδεσμος Καταναλωτών διαπίστωσε και αυτός διαφορές στη γεύση, την εμφάνιση αλλά και τη σύνθεση αρκετών επώνυμων τροφίμων και σκευασμάτων που πωλούνται στην εγχώρια αγορά έναντι των αντίστοιχων προϊόντων που κυκλοφορούν σε Γερμανία και Αυστρία.

Ο σλοβακικός Σύνδεσμος δοκίμασε επώνυμα προϊόντα διατροφής τα οποία αγόρασε από σουπερμάρκετ 8 χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Γερμανία, Αυστρία, Τσεχία, Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία.

Βρήκε ότι η χαμηλή ποιότητα ήταν «γνώρισμα» μόνο των προϊόντων που κυκλοφορούσαν στις νέες χώρες-μέλη της Ε.Ε. Αντίθετα σε Γερμανία και Αυστρία η χαμηλότερη ποιότητα ήταν κάτι άγνωστο.

Οι εργαστηριακοί έλεγχοι έδειξαν ότι μόνο τα δείγματα της σοκολάτας Milka ήταν τα ίδια ποιοτικά σε όλες τις χώρες.

Αντίθετα στα υπόλοιπα προϊόντα υπήρχαν διαφορές. Στα πιπέρια Kotanyi διαπιστώθηκε έτσι ότι οι συσκευασίες των προϊόντων που αγοράστηκαν σε Ουγγαρία και Σλοβακία είχαν περισσότερη υγρασία από τα κανονικά επίπεδα, ενώ εκείνες που αγοράστηκαν στην αγορά της Βουλγαρίας περιείχαν σπασμένους ή κατεστραμμένους κόκκους και ανεπιθύμητα πρόσθετα της τάξης του 10%.

Στα αναψυκτικά της Coca Cola διαπιστώθηκε ότι αυτά που κυκλοφορούν στις αγορές της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας περιέχουν ισογλυκόζη, ένα γλυκαντικό που παράγεται από το καλαμπόκι και είναι πολύ φτηνότερο από την κανονική ζάχαρη (ζακχαρόζη).

Η τελευταία υπήρχε αντίθετα στα αναψυκτικά που αγοράστηκαν στη Γερμανία, την Αυστρία, την Πολωνία και την Τσεχία. Η διεύθυνση της Coca Cola υποστήριξε πάντως από την πλευρά της ότι η χρήση διαφορετικού γλυκαντικού δεν επηρεάζει την ποιότητα των προϊόντων της, ενώ η Nestle ότι η συνταγή των προϊόντων της διαφέρει στις ευρωπαϊκές αγορές ανάλογα με τις προτιμήσεις των πελατών.

Απ’ ό,τι φαίνεται, η πρακτική αυτή της παραγωγής και πώλησης χαμηλότερης ποιότητας επώνυμων προϊόντων στις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος δεν είναι καινούργια για τις πολυεθνικές.

Ελεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από το σλοβακικό υπουργείο Γεωργίας το 2011 σε 22 προϊόντα (γαλακτοκομικά, προϊόντα κρέατος, ψαριού, σοκολάτες, τυριά, ποτά κ.λπ.) τα οποία κυκλοφορούσαν τόσο στη Σλοβακία όσο και στην Αυστρία έδειξαν ότι πάνω από τα μισά είχαν διαφορές οι οποίες επηρέαζαν την ποιότητά τους.

Μεταξύ άλλων βρέθηκε ότι τα προϊόντα που κυκλοφορούσαν στη Σλοβακία περιείχαν λιγότερο κρέας, περισσότερο λίπος, περισσότερα τεχνητά γλυκαντικά και συντηρητικά, χαμηλότερο βάρος.

Απέναντι σε αυτές τις καραμπινάτες διακρίσεις σε βάρος των λαών της Αν. Ευρώπης και τις καταγγελίες και διαμαρτυρίες των καταναλωτικών τους συνδέσμων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει επί της ουσίας την πάπια, δηλώνοντας αναρμόδια για θέματα ποιότητας τροφίμων.

Επικαλούμενη το ισχύον -και διαμορφωμένο από τα ισχυρά επιχειρηματικά λόμπι- ευρωπαϊκό δίκαιο, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι οι πολυεθνικές εταιρείες τροφίμων έχουν το δικαίωμα να προσαρμόζουν τα προϊόντα τους σε διαφορετικές αγορές, αρκεί να τηρούν τους κανόνες σήμανσης και ασφάλειας που ισχύουν στην Ε.Ε.

Από τη στιγμή που τηρούνται αυτοί οι κανόνες, οι εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιούν διαφορετικά συστατικά και να πουλούν τα προϊόντα τους σε διαφορετικές τελικές τιμές, τονίζει.

Οι λόγοι για τους οποίους οι πολυεθνικές επιλέγουν να πωλούν με διαφορετική σύνθεση τα επώνυμα προϊόντα τους μπορεί να ποικίλλουν.

Ο βασικός όμως είναι οικονομικός, η μείωση δηλαδή του κόστους και η μεγέθυνση του κέρδους. Χρησιμοποιούν έτσι φτηνότερα συστατικά για την παραγωγή προϊόντων που προορίζουν για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι καταναλωτές των οποίων θεωρούνται λιγότερο «ώριμοι» σε σχέση με τους αυτούς της Δυτικής Ευρώπης.

Η «ωρίμανση» αυτή σχετίζεται προφανώς με το πάχος του πορτοφολιού ή το βάθος της τσέπης του καταναλωτή.

Πηγή: efsyn.gr



Αφήστε μια απάντηση